
Μπήκε ο Μάρτης κι εγώ εξακολουθούσα να φλερτάρω με τα βαριά εικοσιτετράωρα του χειμώνα. Δεν το αρνούμαι, τον αγαπώ αλλά μη ρωτήσεις γιατί. Γιατί έτσι. Γιατί είμαι δική του. Δοσμένη στις κρύες νύχτες του, τους καυτούς καφέδες και τα χνώτα που βγαίνουν από τα στόματα.
Κι όμως, ξαφνικά κοιμάσαι χωρίς να κρυώνεις. Μην σε ξεγελά η άνοιξη που τώρα δα σκούπισε τα πόδια της στο πατάκι και μπήκε χωρίς να χτυπήσει. Όχι. Εκείνη δεν κούνησε ούτε δαχτυλάκι. Κι εδώ που τα λέμε, καμία εποχή δεν είναι ικανή να σου αλλάξει τη θερμοκρασία. Απολύτως καμία. Τεμπέλες οι εποχές. Το μόνο που κάνουν είναι να εναλλάσσονται.
Κυκλική πορεία (εποχών). Αέναη κίνηση για να βρεθείς και πάλι εκεί από όπου ξεκίνησες. Τίποτε δεν τελειώνει. Διαγράφει κύκλους μονάχα.
Και τα τρένα φεύγουν για να έρθουν ξανά κάποια στιγμή.
Οπότε στέκεσαι σε μια αποβάθρα ανάμεσα σε βαλίτσες και ταξιδευτές. Ακουμπάς το τσιγάρο σου στα χείλη και αφήνεις τη φλόγα του σπίρτου να φιλήσει την άκρη του. Κρατάς στα χέρια σου και περιεργάζεσαι ένα φύλλο χαρτί, ένα περιτύλιγμα σοκολάτας και μια ετικέτα - τι περίεργο! Και κάπου εκεί αφήνεις ελεύθερη τη σκέψη σου μέσα στον καπνό και τα φιλιά και σε βλέπεις. Σας βλέπεις. Σε μιαν άλλη άνοιξη, σε μιαν άλλη Πέμπτη με αέρα, σε ένα άλλο φόντο. Ντρέπεσαι και ίσως και να κοκκινίζεις που το κάνεις αλλά σου είναι αδύνατο να το σταματήσεις. Αν θέλει (και μπορεί) ας σταματήσει μόνο του.
Κι όταν καμιά φορά βυθίζομαι σε γυάλες πανικού και φουσκώνουν σαν κοιλιές που κρύβουν ζωή οι αλμυρές φοβίες μου, βάζω στο στόμα μου ένα μικρό κυβάκι ζάχαρης από εκείνα τα "εκλεκτά" που μου χάρισες και ξαναβάφομαι ανοιχτόχρωμη.
Αλήθεια, μου πάει...





να χτυπώ τα μικροσκοπικά μου χέρια μεταξύ τους, χοροπηδώντας πάνω στα ξυπόλυτα πόδια μου
. Και περίμενα, περίμενα..τρέμωντας από ενθουσιασμό. Κι εσύ, ήρθες, ούτε ξέρω αν το είδες. Γιατί το προσπέρασες, σα να μη σε νοιάζει. Σα να μην έβλεπες ούτε εμένα που γελούσα, γελούσα. Όταν όμως ξανακοίταξα στο τζάμι δεν είχε μείνει τίποτα από το προηγούμενο είδωλο. Μόνο μια εξαντλημένη φιγούρα με άδεια χέρια και χείλη σφραγισμένα. Α, ξέχασα τα καλυμμένα πόδια της. Φαίνεται κρύωνε (και φοβόταν) πολύ για να τα αφήσει έκθετα.
Μόνο μην πεις πως δεν σου το'πα.




