30 Μαΐου 2008

North and South


Πάλι τίποτε δεν κατάφερα. Εσύ (με) ξέρεις, εσύ καταλαβαίνεις. Για το μοναδικό λόγο ότι εσύ είσαι εγώ κι είσαι ό,τι πιο σταθερό και μόνιμο κουβαλάω επάνω μου. Για όλα τα υπόλοιπα κρατώ αποστάσεις. Λάθος. Επιδιώκω να κρατώ αποστάσεις.


Χρόνια συνήθιζα να κοιμάμαι με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο. Άλλες φορές έβαζα μαξιλάρια από πίσω μου για να ηρεμώ πιο εύκολα. Η αίσθηση της ασφάλειας! Ξέρεις, μονάχα για αυτή την αίσθηση κι ας ήξερα ότι ουσιαστική δουλειά δεν έκαναν.


Τώρα που το κρεββάτι μου δεν είναι πια παιδικό και δεν χρειάζεται πια να ανεβαίνω στα τακούνια της μαμάς για να ανάψω το φως του μπάνιου, τώρα συνειδητοποιώ ότι λίγα πράγματα αλλλάξανε από τότε. Γιατί αντί για μαξιλάρια, τώρα χρειάζομαι στην πλάτη μου ανθρώπους. Κι η ασφάλεια αποκτά επίθετο. Συναισθηματική. Αυτή η μαλακισμένη η συναισθηματική (αν)ασφάλεια.


Κάποτε για αυτήν θα έδινα και τη ζωή μου (τι ανόητη!). Τώρα την όποια ζωή την κρατώ για μένα. Μέχρι να έρθει η στιγμή να τη χαρίσω γελώντας σε έναν πλανόδιο μουσικό μουρμουρίζοντας "άλλο τίποτα δεν έχω".


Αλλά πάλι, με τρώει (για τη συναισθηματική ασφάλεια έλεγα). Με τρώει να την κυνηγήσω, ας μην με κοροιδεύω.

Δε βαριέσαι. Μικρά γράμματα.


Κι ήρθε η ώρα να στραφώ ξανά σε σένα. Εαυτέ μου. Εσύ τουλάχιστον θα μείνεις, όχι;


(Περίεργη μέρα. Κάτι μεταξύ ήλιου και συννεφιάς. Ή μήπως η συννεφιά έρχεται μόνο από μέσα μου; Τελειώνει κι ο Μάης. Πρέπει να διαβάσω.)

Υ.Σ. : Το κομμάτι, ένα από τα πολλά αγαπημένα.

9 Μαΐου 2008

Αφορισμοί


Ονειρεύομαι απογευματινούς καφέδες κάτω από τον γκρι ουρανό κάποιας ευρωπαικής πόλης. Δεν είναι απλά κι αόριστα (και τετριμμένα) "τάση φυγής". Είναι ανάγκη. Είναι ανάγκη.
Ζηλεύω τους ανθρώπους που γεμίζουν ένα σάκο με αυστηρώς βασικές ανάγκες και φεύγουν. Χωρίς να μυξοκλαίνε για ό,τι αφήνουν πίσω τους.
Που δεν κοιτάνε τα πόδια τους όταν προχωράνε.


Από την άλλη σιχαίνομαι το αηδιαστικό βαθούλωμα που κάνει ο καναπές από την πολλή τη χρήση, τη μισοτελειωμένη γαβάθα με πατατάκια πάνω στο ξύλινο τραπεζάκι με τα κοντά πόδια και την τηλεόραση ανοιχτή, ξεχασμένη, να παίζει τηλεμάρκετινγκ χρόνια ολόκληρα, μέχρι να σε αποβλακώσει τελείως. Να περιορίζεις τα βήματά σου από την κουζίνα στο σαλόνι και πάλι στην κουζίνα κι από εκεί στην αυλή του σπιτιού σου όπου έχεις παρκαρισμένο το μεγάλο σου αμάξι που θα σε μεταφέρει στην πηγή των εσόδων σου για να μπορείς να αγοράζεις, να αγοράζεις, να αγοράζεις και να γεμίζει βαθουλώματα ο καναπές και πατατάκια η γαβάθα. Και ξανά από την αρχή...


Η επαναλαμβανόμενη καθημερινότητα του αθεράπευτα βολικού.
Γεμίζω το 45άρι κι αυτοκτονώ. Τουλάχιστον θα έχει μεγαλύτερο σασπένς (ορίστε, γιατί να αυτοκτονώ με 45άρι κι όχι με κώνειο..; Βοήθεια, παρανοώ) Νιώθω σα να κουρδιστήκαμε. Νιώθω σα να κουρδιστήκαμε και λάθος, ακόμη χειρότερα.


Κι όλα αυτά για να μου υπενθυμίζω που και που κατά που πέφτει ο πλανήτης μου και να μην ξεχνιέμαι.
Όλα για αυτά γιατί σήμερα δεν φάνηκε.
Όλα αυτά με αφορμή ένα μπλουζάκι γκρι και μια εφημερίδα.
(ανακουφίζομαι που εξακολουθώ να αποκρύπτω τις περισσότερες σκέψεις μου..)


Απλώνω τα βρεγμένα ρούχα και θυμάμαι μια φράση του Ουάιλντ..."στον μοντέρνο τρόπο ζωής τίποτε δεν προκαλεί μεγαλύτερη απήχηση όσο μια καλή κοινοτοπία : κάνει τους πάντες να νιώθουν οικεία".
Αυτό το "οικεία" αν κάποια στιγμή το νιώσω, θα αρχίσω να ανησυχώ. Θα έχω πάψει να είμαι εγώ.