29 Σεπτεμβρίου 2007

I ME MINE



Όλα από αυτό το αηδιαστικό "εγώ" ξεκινάνε.
Τα πάντα γίνονται στο όνομά του και για λογαριασμό του.
Το πελώριο αυτό ΕΓΩ ανοίγει συχνά-πυκνά το σάκο του, μετράει τις ανάγκες του, ζυγίζει τις επιθυμίες του και αναλόγως κινείται.
Κι ό,τι πιθανόν δώσει, θα είναι για να πάρει πίσω περισσότερα. Για να τραφεί.

Πως το είπες..?Ανιδιοτέλεια...?Και τι πάει να πει αυτό..?

Τι κάνεις εκεί? Προσπαθείς να βάλεις το πρόσωπο στη θέση του? Ξέχασέ το. Παντού θα το βρεις..Για δες!

Εγώ είμαι.
Εγώ είσαι.
Εγώ είναι.
Εγώ είμαστε.
Εγώ είστε.
Εγώ είναι.


Τα υπόλοιπα πρόσωπα, όταν εμφανίζονται, είναι απλά βοηθητικά, ένα μέσο για να φτάσεις στο στόχο σου.


Κι εμένα αυτό το εγώ με τρομάζει (βλέπεις; πάλι πρώτο πρόσωπο..). Και το δικό σου και το δικό μου. Γιατί ευνοεί την απόσταση, όταν θέλεις όσο τίποτα να την πατήσεις κάτω και να την κάνεις σκόνη. Πόσο πιο εύκολο είναι, όμως, να πατήσεις κάτω αυτό το "Ε"?




Αυθόρμητα τώρα, θυμήθηκα μια μεταμεσονύκτια συζήτηση, κάμποσο καιρό πριν, δίπλα σε ένα ποτάμι..

-Ωραία. Ας δεχτούμε ότι είναι έτσι. Ας καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι ακόμη κι ο έρωτας που πιθανόν να νιώθουμε οι άνθρωποι ο ένας για τον άλλον δεν είναι τίποτε άλλο από ένα συναίσθημα που πηγάζει και πάλι από το "εγώ". Όμορφα. Θες να το προχωρήσουμε ? Ακόμη κι αυτά που νιώθουμε και τα συνδέουμε κάθε φορά με ένα συγκεκριμένο πρόσωπο, είναι μια τεράστια ψευδαίσθηση. Γιατί πιθανόν τα αισθήματα κι η ανάγκη τους να εκφραστούν κι από αόριστα να γίνουν συγκεκριμένα να προυπάρχουν των προσώπων και να μπορούν να ταυτιστούν με παραπάνω από ένα άτομα την ίδια στιγμή. Υπέροχα!
Τώρα, πες μου εσύ τι κατάλαβες ύστερα από αυτό, που τα εκλογίκευσες όλα και τα μετέτρεψες σε μαθηματικά. Κατάφερες να μπεις σε δαιδαλώδεις και άνευ σημασίας σκέψεις και να σου γεννηθούν αμφιβολίες μέσα κι έξω. Δεν απολαμβάνεις τίποτα έτσι. Φιλοσοφείς εκεί που δε χρειάζεται. Βάζεις σε καλούπια όσα δεν επιδέχονται σχεδόν καθόλου "συμμάζεμα" και υπερβολικό ψάξιμο. Χάνεις την ουσία.



Χμ. Είχες δίκιο. Τρομοκρατούμαι και μόνο από αυτά που σκέφτομαι...

18 Σεπτεμβρίου 2007

Κρύβω και κρύβομαι


Τι ανοησία να μην λες αυτό που θες!
Τι δειλία!
Τα Α γίνονται Β και τα Ω στέλνονται σε εξορία, λόγω ασυμβίβαστου με το καινούριο αλφάβητο.
Κάμπτονται οι λέξεις κι αλλάζουν σχήμα, χρώμα, μυρωδιά. Σχηματίζουν ασπίδες προστασίας και μάσκες - καμουφλάζ για να χωρίζονται τα μέσα με τα έξω.
Χάσμα βαθύ ανάμεσα στις επιθυμίες και τις δηλώσεις, ανάμεσα σε αυτό που βλέπει ο καθρέφτης σου κι αυτό που σερβίρεις εσύ στους κόσμους σου προσδοκώντας χαμόγελα και πουρμπουάρ ή έστω έναν βασικό μισθό για να σου εξασφαλίσει τα προς το ζην.

Κι οι κινήσεις σου παίρνουν σειρά. Ακολουθούν τις λέξεις και προσαρμόζονται στα νοήματά τους. Πατούν στα χνάρια που ζωγράφισαν εκείνες και βολεύονται στις γωνίες που μυρίζουν μπλάνκο και μελάνι. Στην αρχή κλοτσάνε απαιτώντας την αυτονομία τους και το παίζουν «επιτηδευμένες». Ύστερα συνηθίζουν. Γίνονται Εσύ και Σε χαρακτηρίζουν.
Κι ο καθρέφτης πια, θέλει χρόνο για να σε θυμηθεί. Κάθε φορά σουφρώνει τα φρύδια από απορία και γουρλώνει τα μάτια για να σε κοιτάξει καλύτερα.
Θα με πεις υπερβολική?
Τότε κι εγώ θα σε ξαναρωτήσω για τα ρούχα που φοράς στην προσπάθειά σου να καλύψεις τη γύμνια σου..

Άσε μωρέ. Μην ακούς. Πήγαινε να παίξεις.
Κι αν τα δάκτυλά σου είναι απασχολημένα με το να τρίβονται μεταξύ τους με ευχαρίστηση, αφού μπόρεσες να ξεγελάσεις τους πάντες, σου δανείζω το δικό μου.
Κι εσύ κρύψου πίσω του.

Είμαι ανόητη.
Και δειλή.
Και το ότι είσαι κι εσύ μαζί με μένα, δεν με ανακουφίζει στο παραμικρό.


Τουλάχιστον, μας έμειναν τα μάτια για να αντικαθιστούν τις λέξεις τις αδύναμες.

11 Σεπτεμβρίου 2007

Τίτλος;


Πάλι αυτό το σφίξιμο στο στομάχι. Ξύπνησα πολύ πρωί, με (από) την ενόχληση σε όλο μου το σώμα. Ή μήπως κοιμήθηκα με αυτή;
- Κοιμήθηκες; Στ’ αλήθεια, κοιμήθηκες;
Να ξεγελάσω ακόμη κι εμένα; Όχι. Πάλι όχι.
Αλλά δεν το χρειάζομαι. Δεν μου λείπει ακόμη.

Μια ψυχή πήρε το αεροπλάνο κι έφυγε βόρεια. Τέλος εποχής.
Και το ξύλινο πάτωμα τρίζει από μόνο του, μήπως κι αναπληρώσει το κενό. Πολλά τα κενά, πως αναπληρώνονται όλα μαζί;

Μα, είμαι καλά. Δείχνω καλά. Τι στο διάολο θέλει αυτή γκριζωπή σκιά στο πρόσωπό μου; Αρπάζω σύνεργα, να την καλύψω. Βαριέμαι τις επεξηγήσεις από εδώ κι από εκεί. Ακόμη και τις ψεύτικες. Κι εσύ που θα ρωτήσεις, από συνήθεια θα το κάνεις. Ευχαριστώ, αλλά προτιμώ την ησυχία μου, αν δεν σε πειράζει. Είναι βολικό και για σένα, άλλωστε.

Βάζω καυτό καφέ στην κούπα κι ανοίγω το βιβλίο. Δεν έχω καμία όρεξη για αστικές αηδίες, σωματεία και ιδρύματα και μου έρχεται να ουρλιάξω όσο σκέφτομαι ότι πρέπει να συγκεντρωθώ εδώ και να απομακρύνω βίαια το μυαλό μου από εκεί κάτω, μακριά, που τόλμησε να ξαποστάσει. Το σιχαίνομαι.


Σήμερα δεν θέλω κανέναν. Κι εσένα ίσως που θα ήθελα..όχι.
Εσύ δεν πρόκειται να έρθεις.
Όχι σήμερα, τουλάχιστον.