9 Οκτωβρίου 2007

Εκταφές


Μου χτυπάει το παράθυρο ο ύπνος κι εγώ τον διώχνω.

- Όχι σήμερα.
- Ξανά τα ίδια? Καιρό τώρα με διώχνεις. Τελευταία, όλο κρυφά μπαίνω..Τι έγινε πάλι?
- Τίποτα. Απλώς απόψε θέλω να χορτάσω τη νύχτα. Ολομόναχη. Χωρίς υποχρεωτικά φυλλάδια και φασαρίες. Και να'ναι κι εκείνη ελεύθερη, μακριά από λεπτοδείκτες και χρονόμετρα.


Τρόμαξα να τη γνωρίσω. Τρόμαξα να γνωρίσω ακόμη κι εμένα, έτσι ήρεμη κι ανακουφισμένη που με είδα πάνω στο τζάμι. Οι σφυγμοί μου είναι κάτι παραπάνω από φυσιολογικοί και φοράω ένα ζαχαρί, πουπουλένιο χαμόγελο στα χείλη.

Ένα βιβλίο ξαπλώνει πλάι μου κι οι σελίδες 94 και 95 αράζουν πάνω στο σεντόνι. Το αφήνω εκεί να περιμένει για λίγο. (Λοιπόν, ακούω ολοκάθαρα κι ένα κουνούπι. Τώρα το βλέπω κιόλας πάνω από τη γάμπα μου..) Πείνασαν τα αυτιά μου και ζητάνε λαίμαργα λίγη μουσική. Δεν θα τα δυσαρεστήσω - εξάλλου, η αδυναμία μου στην αίσθηση της ακοής είναι μεγάλη. Ύστερα έρχεται η όσφρηση...


Αυτό είναι. Ξεκίνησε.

Διέγερση όλων των οργάνων. Ευφορία ψυχής.

Να γιατί την αγαπώ τη νύχτα. Γιατί καλύπτει τα πάντα, τα κρύβει, τα προστατεύει, ίσως. Κι όμως, σου δίνει τη δυνατότητα να τραβήξεις εσύ μέσα από το σκοτάδι ό,τι επιθυμείς και να ανάψεις ένα φως εκεί όπου το χρειάζεσαι. Μόνο εκεί. Τα υπόλοιπα..ας κοιμηθούν.


Ξανάφερα στο μυαλό μου την πρωινή κι απρόσμενη μάλλον καταιγίδα που με βρήκε στο δρόμο για το σπίτι. Σχεδόν ποτέ δεν κουβάλησα μαζί μου ομπρέλα, ακόμη κι όταν ο καιρός έστελνε απειλητικά μηνύματα. Καμία διαφορά το σημερινό, λοιπόν. Η βροχή ήταν τόσο δυνατή, που μέσα σε λίγα λεπτά έσταζα από παντού. Παρόλ 'αυτά, το απολάμβανα όσο δεν έπαιρνε που δούλευαν συγχρόνως, ενθουσιασμένες, όλες μου οι αισθήσεις. Και ενεργοποιήθηκε μέχρι και η μνήμη μου για να ταξιδέψει κάποια χρόνια πίσω, σ' εκείνο το καλοκαίρι στο Πήλιο. Να, μια τέτοια καταιγίδα ήταν και τότε. Κι εμείς, ήδη μούσκεμα από το βραδυνό, με τα ρούχα, μπάνιο στη θάλασσα πασχίζαμε μέσα στη νύχτα και τη ζάλη να βρούμε το δρόμο της επιστροφής...Κι ύστερα μου ήρθαν κι άλλες καταιγίδες στο μυαλό και συνειδητοποίησα ότι τις αγαπώ περισσότερο από όσο νόμιζα. Ακόμη κι εκείνες που συνδέθηκαν άρρηκτα με την κακή ψυχολογική μου κατάσταση και με μια κάπως μελαγχολική διάθεση. Όπως εκείνη της 5ης Αυγούστου. Ακόμη και τώρα ακούω τον ήχο της.


Παύση στις σκέψεις μου. Μαζεύω τα δάχτυλά μου. Joni Mitchell. Blue. Το λατρεύω αυτό το κομμάτι. Και να μην το λάτρευα μέχρι τώρα, θα άρχιζα από αυτή τη στιγμή, γιατί τη ντύνει απόλυτα. Και...τι ειρωνεία! Αμέσως μετά, το here comes the sun, διασκευή από τη βραχνή, πληθωρική φωνή της Nina Simone και το don't smoke in bed - λες και τα έβαλα στη σειρά - για να με εκσφενδονίσει ψηλά. Υπό άλλες συνθήκες, μπορεί και να ούρλιαζα.


Είχα καιρό να ανοίξω τους ασκούς του Αιόλου. Όλα τώρα βγήκαν. Κι είναι το κατάλληλο σημείο για να σταματήσω (να γράφω, τουλάχιστον). Και ιδού και η αρνητική πλευρά της νύχτας : πόσα φώτα να ανάψεις, πόσο θόρυβο να κάνεις και πόσα ποτήρια με ποτό να ακουμπήσεις πάνω στο τραπέζι για να νιώσεις ότι έχεις παρέα..;


Το λιγότερο που έχεις να κάνεις είναι να περιμένεις να ξημερώσει για να τα μεγενθύνει όλα το φως. Και να τα απαλύνει. (σου φαίνεται αντιφατικό; δεν είναι..)

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Οι ξαφνικές μπόρες της ζωής μας, σαν μικρές λυτρωτικές στιγμές με τις στάλες της βροχής να αργοκυλούν στο πρόσωπο και το νερό να διαπερνά κάθε σημείο του κορμιού.
Αναμνήσεις που υπάρχουν πάντα είτε για να μας κρατούν συντροφιά είτε για να επιτείνουν τη μελαγχολία-νοσταλγία.
Η νύχτα , η σιωπή μας δίνουν την ευκαιρία να αναμετρηθούμε με τον εαυτό μας .. κι έτσι το φως της μέρας απαλύνει τις πληγές της μεταμεσονύχτιας μάχης που δώσαμε..